φιλοδοξία /filodoˈksia/ Noun

English
ambition
ไทย
ความมุ่งมั่นตั้งใจ

Example

  • Είχε εκπληρώσει την δια βίου της **φιλοδοξία** της.
  • She had fulfilled her lifelong ambition.
  • Εδώ η «φιλοδοξία» είναι ο τελικός, μεγάλος στόχος.