Φίλος /fiˈlos/ Noun

English
friend
ไทย
เพื่อน

Example

  • Θα συναντήσω έναν φίλο για καφέ αργότερα.
  • I'm meeting a friend for coffee later.
  • Η λέξη 'φίλος' είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή.