φτέρνα /fˈterna/ Noun

English
heel
ไทย
ส้นเท้า

Example

  • Άπλωσε την κρέμα στις ξερές, σκασμένες **φτέρνες** πριν τον ύπνο.
  • Apply the cream to dry, cracked heels before bed.
  • Η φτέρνα είναι συχνά ευάλωτη στην ξηρότητα.