φυλετικός /filɛˈtikos/ Adjective
- English
- racial
- ไทย
- ทางเชื้อชาติ
Example
- Η εταιρεία εφάρμοσε νέα εκπαίδευση για τη μείωση της φυλετικής προκατάληψης.
- The company implemented new training to reduce racial bias.
- Εδώ το 'φυλετικός' λειτουργεί ως προσδιορισμός του 'προκατάληψη'.