Γαλακτοκομικά /ɣalaktokomiˈka/ Adjective

English
dairy
ไทย
แดรี่

Example

  • Τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι απαραίτητα για το ασβέστιο. [Γαλακτοκομικά / Τυροκομικά / Γάλακτος]
  • Dairy products are essential for calcium.
  • Το 'γαλακτοκομικά' είναι η πιο συχνή και ουδέτερη επιλογή.