γάμος /ˈɣamos/ Noun

English
marriage
ไทย
การแต่งงาน

Example

  • Η Μαρία και ο Γιάννης είναι σε ευτυχισμένο [γάμος] εδώ και είκοσι χρόνια.
  • They have been in a happy marriage for twenty years.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε το ουσιαστικό στον πληθυντικό ή εννοούμε τη διάρκεια της σχέσης.