γενναίος /ʝeˈna.os/ AdjectiveEnglishbraveไทยใจสู้ExampleΟι γενναίοι (ανδρείοι / τολμηροί / ακλόνητοι) στρατιώτες υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους.The brave soldiers defended their country.Εδώ τονίζεται η στρατιωτική αρετή.