Γη /ʝi/ Noun

English
land
ไทย
ที่ดิน

Example

  • Το νέο έργο θα ανακτήσει τη [γη] (έδαφος / τόπος / χώρα) από τη θάλασσα.
  • The new project will reclaim the land from the sea.
  • Η «γη» εδώ είναι το αντικείμενο της ανάκτησης.