Γιαγιά /ʝaˈʝa/ Noun

English
grandmother
ไทย
คุณย่า

Example

  • Πάντα μου άρεσε να πηγαίνω να επισκέπτομαι τη [Γιαγιά] μου.
  • I always loved going to visit my grandmother.
  • Η 'Γιαγιά' είναι η πιο ζεστή λέξη.