Γιατρός /ʝaˈtros/ Noun
- English
- doctor
- ไทย
- หมอ (Mŏr) / แพทย์ (Phâet)
Example
- Καλύτερα να συμβουλευτείς τον **γιατρό** (να συμβουλευτείς / να ζητήσεις τη γνώμη / να δεις) για αυτόν τον βήχα.
- You'd better see a doctor about that cough.
- Το 'γιατρός' είναι η πιο κοινή και ζεστή λέξη.