γνωστικός /ʝnosˈti.kos/ Adjective
- English
- cognitive
- ไทย
- การรู้คิด
Example
- Η μελέτη εστιάζει στην [γνωστική] ανάπτυξη των νηπίων.
- The study focuses on cognitive development in toddlers.
- Εδώ το 'γνωστική' είναι ο πιο ακριβής όρος για την ανάπτυξη του νου.