γράμμα /ˈɣra.ma/ Noun
- English
- letter
- ไทย
- จดหมาย
Example
- Πήρε ένα χειρόγραφο γράμμα από τη γιαγιά της. (Το γράμμα / Η επιστολή / Το μήνυμα)
- She received a handwritten letter from her grandmother.
- Το 'γράμμα' είναι πιο συνηθισμένο για τον χαρακτήρα, αλλά χρησιμοποιείται και για την επιστολή.