γρήγορα /ˈɣri.ɣo.ra/ Adjective

English
fast
ไทย
เร็ว

Example

  • Είναι δρομέας που **τρέχει γοργά** (τρέχει γρήγορα / με ταχύτητα / ορμητικά).
  • He is a very fast runner.
  • Το 'γοργά' δίνει μια πιο ζωντανή εικόνα κίνησης.