Γροθιά / Χτυπάω με γροθιά /pʌntʃ/ Noun

English
punch
ไทย
ต่อย

Example

  • Μου έριξε μια [γροθιά] (μπουνιά / κλωτσιά) στο πρόσωπο.
  • He threw a punch in anger.
  • Το 'έριξε' είναι η μαγική λέξη για την εκτέλεση χτυπήματος.