γυναίκα /ʝiˈnaika/ Noun

English
woman
ไทย
ผู้หญิง

Example

  • Η πενηντάχρονη [γυναίκα] διηύθυνε τη σύσκεψη.
  • A 54-year-old woman led the meeting.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και περιγραφική.