Ιατρικός /i̯a.triˈkos/ Adjective

English
medical
ไทย
ทางการแพทย์

Example

  • Χρειάζεται άμεσα [ιατρική] φροντίδα.
  • She needs medical care.
  • Το 'φροντίδα' (care) απαιτεί το 'ιατρική' (medical) ως επίθετο.