Ιδιοκτήτης (ακινήτου) /i.ðioˈkti.tis/ Noun

English
landlord
ไทย
เจ้าของบ้าน

Example

  • Ο [Ιδιοκτήτης] αύξησε το ενοίκιο κατά δέκα τοις εκατό φέτος.
  • My landlord increased the rent by ten percent this year.
  • Η πιο συνηθισμένη, ουδέτερη επιλογή.