Ιδρυτής /iδriˈftis/ Noun

English
founder
ไทย
ผู้ก่อตั้ง

Example

  • Ο Ιδρυτής και πρόεδρος της εταιρείας μίλησε στο συνέδριο.
  • The founder and president of the company spoke at the conference.
  • Το 'Ιδρυτής' εδώ είναι ο επίσημος τίτλος.