ηλεκτρολογικός /ilektrolɔʝiˈkos/ Adjective

English
electrical
ไทย
ไฟฟ้า

Example

  • Η κατοικία χρειάζεται έναν ηλεκτρικός έλεγχο. [ηλεκτρικός / έλεγχος / επιθεώρηση] — Η σωστή έκφραση είναι 'ηλεκτρολογική επιθεώρηση'.
  • The house needs an electrical inspection.
  • Στην πράξη, χρησιμοποιούμε συχνά 'ηλεκτρολογικός' για εργασίες.