Ηλικία /i.liˈci.a/ Noun

English
age
ไทย
อายุ

Example

  • Είναι στην ίδια ηλικία με την αδερφή μου.
  • She is the same age as my sister.
  • Η ηλικία στην Ελλάδα συχνά συνδέεται με τον σεβασμό προς τους μεγαλύτερους.