Ισότητα /iˈsotita/ Noun

English
equality
ไทย
ความเสมอภาค

Example

  • Ο αγώνας για φυλετική **ισότητα** (αξιοπρέπεια / δικαιοσύνη / ισοτιμία) είναι διαρκής.
  • The movement fights for racial equality.
  • Η 'ισότητα' εδώ είναι ο κεντρικός στόχος των κοινωνικών κινημάτων.