κανάλι /kaˈnali/ Noun

English
channel
ไทย
ช่องทาง

Example

  • Σε ποιο [κανάλι] παίζει ο αγώνας;
  • What channel is the game on?
  • Το 'κανάλι' είναι η μόνη επιλογή για τηλεοπτικό σταθμό.