κανονικός /ka.no.niˈkos/ AdjectiveEnglishnormalไทยปกติExampleΕίναι **φυσιολογικό** να νιώθεις ότι πνίγεσαι με τη νέα τεχνολογία.It is perfectly normal to feel overwhelmed by new technology.Εδώ το 'φυσιολογικό' τονίζει την ψυχολογική αποδοχή.