Κάποιος /ˈkapi̯os/ Pronoun

English
somebody
ไทย
ใครสักคน

Example

  • Κάποιος άφησε την ομπρέλα του στον διάδρομο.
  • Somebody left their umbrella in the hallway.
  • Το 'Κάποιος' είναι ουδέτερο, αλλά το ρήμα κλίνεται ανάλογα με το γένος του ατόμου αν είναι γνωστό.