Κάστρο /ˈkastɾo/ Noun
- English
- castle
- ไทย
- ปราสาท
Example
- Ο βασιλιάς ζούσε σε ένα τεράστιο πέτρινο [ΚΑΣΤΡΟ] (οχυρό / φρούριο / ακρόπολη) — του βασιλιά το κάστρο ήταν φανταστικό.
- The king lived in a massive stone castle.
- Η λέξη είναι άμεση και κατανοητή παντού.