Καταδικασμένος /kataðikazménos/ Ρήμα
- English
- convict
- ไทย
- ผู้ต้องคำพิพากษา
Example
- Η [καταδικάζω] (ενοχοποιώ / κρίνω ένοχο / καταδικάζω) για απάτη μετά από μακρά έρευνα.
- He was convicted of fraud after a lengthy investigation.
- Το 'καταδικάζω' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη νομική έκφραση.