Καταφύγιο /kataˈfijio/ NounEnglishshelterไทยที่หลบภัยExampleΟι άνθρωποι χρειάζονται τροφή, ένδυση και [καταφύγιο].Human beings need food, clothing, and shelter.Το καταφύγιο εδώ είναι η βασική ανάγκη.