κατά καιρούς /kaˈta ʝeˈruz/ Adverb

English
occasionally
ไทย
เป็นครั้งคราว

Example

  • Κατά καιρούς συναντιόμαστε για καφέ μετά τη δουλειά.
  • We occasionally meet for a drink after work.
  • Το 'κατά καιρούς' είναι η πιο άμεση και ζεστή μετάφραση.