κατακλύζω /kataklízo/ Ρήμα

English
overwhelm
ไทย
ท่วมท้น

Example

  • Την κατέκλυσαν συναισθήματα ενοχής. [Κατακλύζω / Πνίγω / Συντρίβω] — της ενοχής.
  • She was overwhelmed by feelings of guilt.
  • Εδώ τονίζεται η ένταση του συναισθήματος που έρχεται σαν κύμα.