Κάθετος Τομέας /ceˈveːtɪkos/ Adjective

English
vertical
ไทย
แนวตั้ง

Example

  • Η γραφική παράσταση δείχνει μια **κάθετη** αύξηση στις πωλήσεις.
  • The graph shows a vertical increase in sales.
  • Εδώ το 'κάθετη' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για γραφήματα.