καθησυχάζω /riːəˈʃʊər/ Ρήμα
- English
- reassure
- ไทย
- ทำให้มั่นใจ
Example
- Προσπάθησε να την [καθησυχάσει] (παρηγορώ / δώσω κουράγιο / μιλήσω γλυκά) ότι η πτήση θα ήταν ομαλή.
- He tried to reassure her that the flight would be smooth.
- Το «καθησυχάζω» είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή εδώ.