κάτι /ˈka.ti/ Pronoun

English
something
ไทย
อะไรสักอย่าง

Example

  • Άκουσα κάτι (κάτι / ένα πράγμα / ορισμένο) στην κουζίνα.
  • I heard something in the kitchen.
  • Το 'κάτι' είναι η πιο φυσική επιλογή εδώ.