κατοικίδιο /ka.to.ciˈdi.o/ Noun

English
pet
ไทย
สัตว์เลี้ยง

Example

  • Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά στο να έχουν ένα [κατοικίδιο].
  • Many people find comfort in having a pet.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε πλαίσιο.