κατώτερος /kaˈtoːteros/ Adjective
- English
- lesser
- ไทย
- ด้อยกว่า
Example
- Κατείχε μια θέση **κατώτερη** σε σημασία. (Ο **δευτερεύων** / Ο **μικρότερος σε σημασία**)
- He held a position of lesser importance.
- Εδώ τονίζουμε την ιεραρχική υποβάθμιση, όχι το μέγεθος.