ΚΙΝΔΥΝΟΣ /kinˈdinos/ NounEnglishhazardไทยภัยคุกคามExampleΤο σπασμένο γυαλί στο πάτωμα είναι ένας **κίνδυνος** για την ασφάλεια.The broken glass on the floor is a safety hazard.Εδώ ο κίνδυνος είναι άμεσος και φυσικός.