κίνηση / κίνημα /kiˈni.si/ Noun

English
movement
ไทย
การเคลื่อนไหว

Example

  • Η κίνηση (μετατόπιση / μετακίνηση / φορά) των πλανητών είναι συναρπαστική.
  • The movement of the planets is fascinating.
  • Εδώ αναφέρεται στη φυσική μετατόπιση.