Κινώ / Κάνω κίνηση /ciˈno/ Verb

English
move
ไทย
เคลื่อนไหว

Example

  • Μην κουνηθείς καθόλου—μείνε ακίνητος σαν άγαλμα.
  • Don't move—stay perfectly still.
  • Το 'κουνηθείς' είναι η αόριστη μορφή του 'κουνιέμαι'.