Κλείνω /ˈkli.no/ Verb

English
close
ไทย
ปิด

Example

  • Εκλεισε (κλείνει / φράζει / σφραγίζει) την πόρτα με δύναμη.
  • He closed the door firmly.
  • Το 'κλείνω' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή για πόρτες και παράθυρα.