Κολέγιο /koˈleʝo/ Noun

English
college
ไทย
วิทยาลัย

Example

  • Εγγράφηκε σε ένα μυστικό κολλέγιο (σχολή / ίδρυμα / κέντρο) για να βελτιώσει τις γραμματειακές της δεξιότητες.
  • She enrolled in a secretarial college to improve her office skills.
  • Στην Ελλάδα, το 'Κολλέγιο' συχνά παραπέμπει σε ιδιωτικό σχολείο μέσης εκπαίδευσης, όχι απαραίτητα πανεπιστημιακό.