κολυμπάω /kolimˈbavo/ Verb

English
swim
ไทย
ว่ายน้ำ

Example

  • Δεν μπορώ να [κολυμπώ] καθόλου.
  • I can't swim.
  • Η βασική έκφραση για την αδυναμία κολύμβησης.