κωμικός /ko̞miˈkos/ AdjectiveEnglishcomicไทยตลกขบขันExampleΗ κατάσταση πήρε μια [κωμική] τροπή όταν έσβησαν τα φώτα.The situation took a comic turn when the lights went out.Εδώ το 'κωμική' τονίζει την αστεία πτυχή της αναποδιάς.