κομμάτι /koˈma.ti/ Noun

English
piece
ไทย
ชิ้น

Example

  • Έγραψε τη σημείωση σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί.
  • She wrote the note on a small piece of paper.
  • Το 'κομμάτι' εδώ είναι το πιο φυσικό.