Ακμή /aˈkmi/ Adjective

English
prime
ไทย
ไพรม์ (Prime)

Example

  • Η **κορυφαία** μου έγνοια είναι να προστατεύσω την περιουσία μου.
  • My prime concern is to protect my property.
  • Εδώ το 'κορυφαία' δίνει την αίσθηση της απόλυτης προτεραιότητας.