Κρατώ /kraˈto/ Verb

English
hold
ไทย
ถือ

Example

  • Η Μαρία [κρατούσε] (πιάνω / συγκρατώ / διατηρώ) ένα μεγάλο κουτί.
  • She was holding a large box.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο παρατατικός για συνεχή δράση.