Κρατούμενος /kraˈtuːmenos/ Noun
- English
- prisoner
- ไทย
- นักโทษ
Example
- Ο αριθμός των κρατουμένων που εκτίουν ισόβια κάθειρξη μειώθηκε.
- The number of prisoners serving life sentences has fallen.
- Εδώ το 'κρατούμενος' είναι ο πιο ουδέτερος και τυπικός όρος.