ΚΡΥΦΟ /ˈkrifo/ AdjectiveEnglishhiddenไทยซ่อนเร้นExampleΚρυφές απειλές (απόκρυφες / μυστικές / λανθάνουσες) καραδοκούν στα βάθη του ωκεανού.Hidden dangers lurk in the ocean depths.Εδώ τονίζουμε τον κίνδυνο που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά.