Καθοριστικό /ka.θo.ri.stiˈko/ Επείγων

English
crucial
ไทย
สำคัญยิ่ง

Example

  • Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι **κρίσιμες**.
  • The next few weeks are going to be crucial.
  • Εδώ τονίζεται η αναγκαιότητα δράσης.