ξεπερνώ / ξεπεράσω /kse.perˈno/ Verb

English
overcome
ไทย
ก้าวข้าม

Example

  • Η αθλήτρια **κατάφερε να ξεπεράσει** τον τραυματισμό για να κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς.
  • She overcame injury to win the Olympic gold medal.
  • Το 'κατάφερε να ξεπεράσει' τονίζει την επιτυχία της προσπάθειας.