Επικρατέστερος / Κυρίαρχος /ikpikaˈtɛstɛros/ Adjective
- English
- dominant
- ไทย
- เป็นเจ้าตลาด
Example
- Η εταιρεία έχει αποκτήσει μια **κυρίαρχη** θέση στην παγκόσμια αγορά.
- The firm has achieved a dominant position in the world market.
- Εδώ τονίζεται η οικονομική υπεροχή.