κυρίως /ciˈri.os/ ΕπίρρημαEnglishprimarilyไทยเป็นหลักExampleΤο σεμινάριο απευθύνεται **κυρίως** σε ειδικούς.The course is designed primarily for specialists.Εδώ το 'κυρίως' τονίζει το κύριο κοινό.